Η κοινοτοπία των συναισθημάτων:

ο φόβος, η πίστη, η οργή και η εξέγερση

της Σούλας Μ.

//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

το κείμενο αυτό σε αγγλική μετάφραση κυκλοφορεί στον τόμο "Revolt and Crisis in Greece", http://www.revoltcrisis.org/between.

//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του δεκέμβρη, μια φράση επαναλαμβανόταν σε μικρές ή μεγάλες παρέες, σε συνελεύσεις, σε φόρουμ και αμφιθέατρα. Αυτό που συμβαίνει μας υπερβαίνει. Τι περιέγραφε αυτή η φράση; Ποιος περίμενε ότι θα διεκπεραίωνε την επανάσταση, ποιος περίμενε ότι θα έχει απόλυτα τον έλεγχο σε μια τόσο έντονη συγκυρία σαν κι αυτή του δεκέμβρη;

Αυτό που διαπερνούσε τη διερώτηση αυτή ήταν η κυρίαρχη αρρενωπή και αστική ιδεολογία να έχεις τον έλεγχο ακόμα και μιας εξέγερσης. Αυτό που διαπερνά έπειτα τη στάση αυτή είναι η πεποίθηση ότι η εξέγερση σε εκφράζει απόλυτα. Καμία ασυνέχεια ή ρωγμή, κανένας ενδοιασμός ή επιφύλαξη δε διακόπτει το δίκαιο, την αλήθεια της εξέγερσης, άρα και την πίστη σου σε αυτήν. Ακόμα και ο τρόπος που βλέπει κανείς τις δυναμικές των κοινωνικών σχέσεων, δεν μπορεί παρά να μην επηρεάζεται από τα αυτονόητα αυτά. Σε κείμενο που αναφέρεται σε μια άλλη περίσταση, παράλληλη αυτής του δεκέμβρη και που στα επί μέρους σχόλιά του δεν θα υπεισέλθουμε αφού δεν αφορούν εν προκειμένω, ο σύντροφος διαπιστώνει ευθαρσώς ότι δεν είδε φόβο το δεκέμβρη στα πρόσωπα των συναγωνιστών του [1]. Φυσικά, τα συναισθήματα εκδηλώνονται στο βαθμό που επιτρέπονται. Και να επιτρέπονται σημαίνει ότι αποφετιχοποιούνται, δηλαδή ξεσκεπάζονται οι υποκείμενες κοινωνικές σχέσεις που τα παράγουν. Η σημασία της θεματοποίησής τους αναφέρεται στο ότι δεν περιορίζονται στην ιδιωτικότητα, αλλά παράγονται, προκύπτουν, αναπαράγονται και επιτελούνται στο δημόσιο χώρο, όπου ζούμε τους εαυτούς μας και τις σχέσεις μας, όπως είναι και όπως δεν ξέραμε ότι θα είναι μέχρι να έρθουμε σε επαφή με τους άλλους. Άλλωστε, δεν περιγράφουμε κάποια φοβία (αν και δεν θα χαμε πρόβλημα και με τέτοιες αντιδράσεις). Η 5 η Μάη υπήρξε μια θλιβερή απόδειξη ότι ο φόβος είναι αντικειμενικός, υπάρχουν όντως ρίσκα και κίνδυνοι την ευθύνη για τα οποία δε θέλει να αναλάβει κανένας. Αντίθετα, εκείνη τη στιγμή, μετά το σοκ των θανάτων μέσα στην τράπεζα της Marfin , θα σπεύσουμε από διάφορες πλευρές να διαχωρίσουμε τα μέσα από τους σκοπούς μας, να αμφισβητήσουμε την ενότητα του κινήματος, να προβληματιστούμε για τα τέρατα που μπορεί να υποθάλπει η οργή των εξεγερμένων, να στοχοποιήσουμε το θεαματικό μισανθρωπισμό, το μηδενισμό και την αντικοινωνικότητα που ιδεολογικοποιούνται και, χωρίς να αναλύονται, απευθύνονται άκριτα σε ανεξήγητες κατευθύνσεις. Εκείνη η στιγμή αποτέλεσε μια θλιβερή αφορμή να δοθεί προτεραιότητα σε κριτικές και αναλύσεις που πριμοδοτούν την κοινωνικοποίηση των προταγμάτων μας, τη δημιουργία δομών αυτοοργάνωσης και τη σημασία της κοινωνικής απελευθέρωσης. [2]

Μετά την 5 η Μάη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμα κι αν δεν υπήρχε φόβος κατά τη διάρκεια του δεκέμβρη, μάλλον θα έπρεπε να είχε υπάρξει. Αλλά η αρρενωπότητα, που χαρακτηρίζει το κυρίαρχο εξεγερσιακό φαντασιακό της μητρόπολης και η βία με την οποία αυτή εκφράζεται, ξέρει να παίρνει τα ρίσκα χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη. [3] Και είναι μάλλον αυτός ο λόγος που δεν φαινόταν φόβος στα πρόσωπα των εξεγερμένων.

Στις 15 Δεκέμβρη 2008, το στέκι Αλβανών μεταναστών δημοσίευσε ένα κείμενο για δολοφονίες που προηγήθηκαν αυτής του Γρηγορόπουλου και δεν έτυχαν αυτού του πένθους [4]. «Αυτές οι μέρες είναι και δικές μας» είναι ο τίτλος του όπου και γράφονται τα εξής: « Αυτές οι μέρες είναι για τους εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες δολοφονημένους στα σύνορα, στα τμήματα, στους χώρους εργασίας. Είναι για τους δολοφονημένους από μπάτσους ή αγανακτισμένους πολίτες. Είναι για τους δολοφονημένους επειδή πέρασαν τα σύνορα, επειδή δούλευαν σαν τα σκυλιά, επειδή δεν σκύψανε το κεφάλι, για το τίποτα. Είναι για τον Γκραμόζ Παλούσι, τον Λουάν Μπερντελίμα, τον Εντισόν Γιάχαϊ, τον Τόνυ Ονόυχα, τον Αμπντουρακίμ Ιντρίζ, τονΜοντασέρ Μοχάμεντ Ασράφ και τόσους άλλους που δεν ξεχάσαμε. Αυτές οι μέρες είναι για την καθημερινή αστυνομική βία που έχει μείνει αναπάντητη, ατιμώρητη. Είναι για τον εξευτελισμό στα σύνορα, στα κέντρα αλλοδαπών που συνεχίζεται ακόμα. Είναι για τις κατάφωρες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, τους μετανάστες και πρόσφυγες που είναι άδικα στις φυλακές, τη δικαιοσύνη που μας στερήθηκε. Ακόμα και τώρα, στις μέρες και νύχτες του ξεσηκωμού,   οι μετανάστες πληρώνουν βαρύ τίμημα   με επιθέσεις ακροδεξιών και μπάτσων, με απελάσεις και ποινές φυλάκισης που τα δικαστήρια μοιράζουν με χριστιανική αγάπη σε εμάς τους άπιστους».

Μια άλλη ομάδα που εμφανίστηκε τις μέρες του δεκέμβρη, οι 'Μωβ κουκούλες', έγραφε χαρακτηριστικά σε κείμενό της που διαβάστηκε σε δημόσια συναυλία που έλαβε χώρα στο κέντρο της Αθήνας, ότι στη λίστα των θυμάτων κρατικής τρομοκρατίας και αστυνομικής βίας που επικαιροποίησε η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, οι ίδιες προσθέτουν τις 20 γυναίκες που δολοφονήθηκαν, μετά το 1980, στην πλειοψηφία τους για λόγους τιμής, από τους αστυνομικούς συζύγους και εραστές τους, χωρίς οι τελευταίοι να υποστούν καμία συνέπεια. [5] Το φύλο του Δεκέμβρη αναλύεται σε βάθος στο κείμενο της ομάδας terminal 119 « Did December have a gender ?» [6] και γι' αυτό δε θα επιχειρηματολογήσουμε περαιτέρω. Όπως όμως δείχνει η ανάλυση αυτή, ο δεκέμβρης ήταν ανδρικός, άρα δεν ήταν από όλους και για όλους με τον ίδιο τρόπο.

Η οργή μας, λοιπόν, η οργή των εξεγερμένων ήταν από την αρχή ένα προϊόν αυτού που 'αυθορμήτως' κατέστρεφαν. Με άλλα λόγια, οι παραπάνω πολιτικές των 'γυναικών' και των 'ξένων' που συχνά και με τρόπο στερεότυπο διαχωρίζονται και κατηγοριοποιούνται ως μερικές και θεματικές για κάποια από τα κομμάτια των κινηματικών χώρων, εντόπισαν τη μερικότητα, τα όρια, τις αντιφάσεις και την κοινοτοπία της έκτασης που πήραν τα γεγονότα του δεκέμβρη. Χωρίς να αναιρείται η σημασία αυτών των γεγονότων, η αρχή θα μπορούσε να προμηνύσει το τέλος της εξέγερσης αυτής, μια που τα νοήματά της ήταν εγκλωβισμένα σε μια κανονικότητα και κατά συνέπεια είχαν τους περιορισμούς τους. Από την άλλη, ο δεκέμβρης ήταν το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούσε να χωρέσει μια τέτοια κριτική και αυτοκριτική, που δεν απομονώνει πολεμικά δύο παρατάξεις, αλλά διευρύνει τα όρια του ήδη υπάρχοντος και αυτονόητου κινηματικού χώρου. Η σημασία του δεκέμβρη, άλλωστε, αυτοεπιβεβαιώνεται ακόμη και από αυτή την ανθεκτικότητα των νοημάτων του, που ήταν τόσο ισχυρά, ώστε να υπερβαίνουν ακόμα και την ίδια τη συγκυρία και τα υποκείμενά της, χωρίς να τα κλονίζουν συθέμελα. Χωρίς να είναι ανταγωνιστικές οι πολιτικές αυτές, αναγκάζονται να ανταγωνίζονται μια πολιτική που προηγείται και που καθώς οικειοποιείται για τον εαυτό της το οικουμενικό, αποκλείει όλους αυτούς για τους οποίους δεν εξοργιστήκαμε αρκετά κι ούτε τα σπάσαμε όλα. Ο δεκέμβρης μας υπερέβη, όπως μας υπερβαίνουν πολλά, όπως μας υπερέβη όχι μόνο η εξέλιξη και η έκβαση, αλλά και η αρχή του. Γιατί αυτή δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από 'εμάς'. Η έκβασή όπως και η ανάλυσή του, ωστόσο, είναι όχι δεσμευμένη, αλλά οπωσδήποτε σε συνάρτηση με τη δράση και τα περιεχόμενά μας.

Τις μέρες του δεκέμβρη ακολούθησαν πολλά δημιουργικά εγχειρήματα. Ευτυχώς, γιατί οι συνθηματολογίες και οι συγκρούσεις στους δρόμους μοιάζουν ανεπαρκείς, ώστε να ανοίξουν κινηματικούς ορίζοντες αν δεν συμπληρώνονται από ή αν δεν προϋποτίθενται αυτών δομές αναπαραγωγής που η κοινωνικότητα και η φαντασία τους μπορούν εν δυνάμει να διευρύνουν τα κινηματικά πεδία δράσης και δημιουργίας σε κατευθύνσεις που ο δρόμος και η επικαιρότητα από μόνα τους δεν είναι σε θέση να μας δώσουν, πέρα από ένα κοινωνικό στίγμα και την απαραίτητη δέσμευση στις υπάρχουσες και επείγουσες συνθήκες εξουσίας. Μια αγαπημένη συγγραφέας έλεγε ότι γράφει αφήνοντας ελεύθερο το ασυνείδητο και παράλληλα κρατώντας τον έλεγχο [7]. Μάλλον πρόκειται για μια συνταγή που περιγράφει κάθε διάθεση δημιουργίας και σχέσης που δεν αναλίσκεται στη στιγμή, αλλά δεσμεύεται και αναλαμβάνει την ευθύνη όχι για να ελέγξει τα πράγματα, αλλά για να τους δώσει νόημα, δηλαδή ριζική αλλαγή στο παρόν τους. Ή αλλιώς: « Αν ο μαρξισμός είναι κατεύθυνση, ο αναρχισμός είναι ζωή. Κι αν και ξέρουμε, ενήλικοι καθώς είμαστε, πως πρέπει να δώσουμε κατεύθυνση στη ζωή, πρέπει επίσης να θυμόμαστε, παιδιά καθώς θέλουμε να γίνουμε ωριμάζοντας, πως πρέπει να μη σταματάμε να δίνουμε ζωή στην κατεύθυνση» [8].

Η αστική προπαγάνδα επιχείρησε να οικειοποιηθεί το δεκέμβρη και στο βαθμό που η πολιτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίζει να αισθητικοποιεί την 'επανάσταση' έχοντας στο πλευρό της τα μέσα, τις λέξεις, τους στρατούς και τα όπλα, πάνω και πριν απ' όλα τις συνειδήσεις, θα συνεχίζει να το πετυχαίνει. Είδαμε το δεκέμβρη να γίνεται ελληνικός και ανδρικός. Είδαμε το φάσμα του αστικού συνεχούς να εγκολπώνεται την εξέγερση μιλώντας για την αθωότητα του δολοφονημένου παιδιού αποπολιτικοποιώντας τις εκρήξεις του κοινωνικού πολέμου. [9] Είδαμε το εξεγερσιακό φαντασιακό να συγγράφει τον πολιτισμό του θεάματος με το σώμα του και στο σώμα του, να αυτοπεριχαρακώνεται σε συγκεκριμένους τρόπους ζωής, δράσης, πρακτικών, πολιτικών και σχέσεων που οριοθετούν (αντι) κανονικοποιώντας τις ζωές μας.

Αν υπάρχει ένας ενδοιασμός στη σαγηνευτική συντροφική ανταπόκριση των συντροφισσών και συντρόφων από τον Καναδά, αυτός θα ήταν η φετιχοποίηση του δεκέμβρη. Ο υπέροχος, παρόλα αυτά, δεκέμβρης που σηματοδοτεί όχι μια απόσταση πια στο χώρο και το χρόνο, που τη λύπη ή τη νοσταλγία ασπαζόμαστε, αλλά μια απώλεια, μια έλλειψη που φορτίζει το απονοηματοδοτημένο παρόν. Ο δεκέμβρης έγινε αυτό που δεν είχαμε φανταστεί ότι θα ήταν πιθανό να ζήσουμε. Και ήμασταν εκεί για να (τον) αλλάξουμε. Με τα προνόμια, τις ανισότητες, τις αντιφάσεις μας, τα λεηλατημένα ασυνείδητά μας, τις εξουσιαστικές συμπεριφορές μας. Μια που το υπόλειμμα που δεν αναγνωρίζει η αυταρχικότητα της διαλεκτικής είναι ο χώρος της υποκειμενικότητας, δηλαδή η μόνη δυνατότητα που σ' ένα βαθμό μας απομένει προκειμένου να ασκήσουμε την ελευθερία μας. Και ο δεκέμβρης, όσο συνέβαινε, γινόταν πιο διεστραμμένος, πιο φοβισμένος και εξακολουθεί να γίνεται διαρκώς κάτι άλλο, κάτι πιο ξένο, όσο απομακρύνεται και συνεχίζουμε να τον διαβάζουμε. Γίνεται ο 'άλλος' δεκέμβρης που δεν ζήσαμε ακόμα.

 

[1]http://lapositiondutireurcouche.blogspot.com/

[2] Χωρίς να αποδεχόμαστε το ύφος και την αυτοαναφορικότητα του κειμένου «Η νοσηρή έκρηξη της ιδεολογίας», η ανάλυση της αντιμετώπισης και της λειτουργίας της βίας από κομμάτια του ανταγωνιστικού κινήματος μας φαίνεται εξαιρετικά εύστοχη: http://www.occupiedlondon.org/blog/2010/05/11/i-nosiri-ekriksi-tis-ideologias/

[3] Πβ. Αρρενωπότητες: ιστορίες για το φύλο και άλλες σχέσεις εξουσίας, τ. 4, σελ. 12, www.qvzine.net

[4]http://steki-am.blogspot.com/2008/12/blog-post.html

[5]http://katalipsiasoee.blogspot.com/2008/12/blog-post_1744.html

[6]http://www.terminal119.gr/show.php?id=524

[7] Αναφερόμαστε στη Μαργαρίτα Καραπάνου και σε όσα είπε σε τηλεοπτική της συνέντευξη.

[8]http://radicaldesire.blogspot.com/2011/01/blog-post_12.html

[9] Για την πολιτικότητα της δολοφονίας του Αλέξη και την επιχείρηση αποπολιτικοποίησής της βλ. «Σε ψάχνω στα λαμπρά σφαγεία των δρόμων» στο http://katalipsiasoee.blogspot.com/2008/12/blog-post_1343.html